Skip to content
11 λεπτά διάβασμα Κινηματογράφηση

Γιατί σταμάτησα να κοιτάζω την κάμερα

Ένα βήμα πιο κοντά στο στόχο μου να φτιάχνω ντοκυμαντέρ στα Αγγλικά.

Γιατί σταμάτησα να κοιτάζω την κάμερα

Να κοιτάζω την κάμερα ή να κοιτάζω εκεί στην άκρη, να είναι σαν να μου παίρνουν συνέντευξη, σαν ένα ντοκιμαντέρ; Ή να μιλάω κατευθείαν στην κάμερα, για να είναι σαν να μιλάω σε αυτόν που με βλέπει;

Είχα αυτά τα ερωτήματα. Και βασικά η απάντηση κρυβόταν στο πού ήθελα να φτάσω. Ποιος ήταν ο απώτερος στόχος όλων αυτών των βίντεο που κάνω.

🎧
Διαβάζεις το transcript ενός επεισοδίου μου podcast. Άκουσέ το στην αγαπημένη σου πλατφόρμα που ακούς τα podcasts σου, ή παρακολούθησέ το στο YouTube για να με ακούς όσο διαβάζεις το newsletter!

Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με την κάμερα

Αν και δεν είμαι επαγγελματίας κινηματογραφιστής ή φωτογράφος, μπορώ να πω ότι έχω δοκιμάσει μάλλον όλα τα είδη των βίντεο που θα μπορούσα να κάνω. Έχω ξεκινήσει να κάνω vlogs. Έχω ξεκινήσει να μιλάω μπροστά στην κάμερα. Έχω κάνει και κάποια ντοκιμαντέρ στα οποία μιλάω στα πλάγια από την κάμερα, σαν να με παίρνουν συνέντευξη.

Ακόμα και με τον Γιώργο, που κάνουμε το podcast Fathers Tales, εκεί κοιτάζω συνέχεια κατευθείαν στην κάμερα. Γιατί φυσικά βλέπω τον Γιώργο μπροστά από τον φακό. Γενικά έχω μιλήσει πολύ μπροστά στην κάμερα. Και στημένος και καθιστός μπροστά σε έναν φακό, αλλά και περπατώντας, και έξω στην πόλη, και μέσα στον κόσμο.

Γενικά δεν έχω θέμα να μιλήσω στην κάμερα. Το θέμα μου είναι πού κοιτάζω. Και βασικά τι θέλω να πετύχω κάθε φορά που αποφασίζω να κοιτάξω κάπως στην κάμερα.

Επίσης έχω δοκιμάσει να μιλήσω και με teleprompter και χωρίς teleprompter. Υπάρχουν θετικά και αρνητικά σε κάθε περίπτωση. Πάντως το έχω κάνει και αυτό.

Έπαιζα σε διπλό ταμπλό

Ξεκίνησα λοιπόν και εγώ το δικό μου podcast στο YouTube, όπως πολλοί άλλοι, κοιτάζοντας την κάμερα. Μέχρι που μου είπαν ότι καλό θα ήταν να μην την κοιτάζω.

Και αυτό δεν μου το είπε κανένας άλλος πέρα από τον φίλο μου τον Γιώργο, που κάνουμε το podcast Fathers Tales. Γιατί μου λέει ότι ή θα κοιτάζεις την κάμερα ή θα κοιτάζεις τα πλάγια, σαν ντοκιμαντέρ. Αυτό που κάνεις, μια να κοιτάζεις στα πλάγια και μια την κάμερα και μια τον φακό και μια στα πλάγια, ο θεατής λίγο μπερδεύεται.

«Τώρα μιλάει σε μένα ή τον παίρνουν συνέντευξη; Βλέπω ένα ντοκιμαντέρ ή βλέπω ένα podcast;»

Στην ουσία έπαιζα σε δύο ταμπλό. Ούτε podcast 100% ήταν, ούτε documentary 100% ήταν. Ή θα έπρεπε να κοιτάζω απευθείας τον φακό, ή θα έπρεπε να κοιτάζω στα πλάγια, οπότε να είναι σαν ντοκιμαντέρ. Σαν ένας παραγωγός ενός ντοκιμαντέρ να μου παίρνει συνέντευξη.

Έτσι έπρεπε να αποφασίσω τι ακριβώς θέλω να κάνω. Θέλω να κοιτάζω απευθείας τον ακροατή που με ακούει και με βλέπει στο YouTube; Ή θέλω να το κάνω εντελώς ντοκιμαντέρ 100%, σαν να μου παίρνουν συνέντευξη;

Πρώτη φορά που το δοκιμάζω

Η πρώτη φορά που αποφάσισα να κοιτάζω πλάγια από την κάμερα, σαν να μου παίρνουν συνέντευξη, ήταν αφού έκανα 130 επεισόδια κοιτάζοντας απευθείας τον φακό και κοιτάζοντας πού και πού και στα πλάγια. Και αυτό γιατί ήμουν πιο άνετος έτσι.

Ήμουνα πιο άνετος πού και πού να μιλάω προς την κάμερα, ώστε να απευθύνομαι σε αυτόν που με βλέπει, αλλά κυρίως να κοιτάω και στα πλάγια για να ταξιδεύει η σκέψη μου. Γιατί όσο κοιτάζω τον τοίχο ας πούμε απέναντι, τον υποτιθέμενο παραγωγό ή το AI που υποτίθεται μου παίρνει συνέντευξη, τόσο ξεχνιέμαι και λέω τις σκέψεις μου. Τόσο συγκεντρώνομαι περισσότερο στις ιδέες που έχω και αφήνω να ξετυλιχτούν όλα αυτά που θέλω να πω.

Ενώ όσο κοιτάζω την κάμερα, αν και προσπαθώ να είμαι όσο γίνεται πιο φυσικός και νομίζω ότι εντάξει, το έχω συνηθίσει αυτό μετά από τόσα επεισόδια, να είμαι αρκετά άνετος μπροστά στην κάμερα, παρόλα αυτά δεν μπορώ να κοιτάζω μόνιμα την κάμερα. Τη μόνη φορά που το πετυχαίνω αυτό είναι όταν χρησιμοποιώ teleprompter. Αλλά όταν χρησιμοποιώ teleprompter και κοιτάζω συνέχεια τον φακό, δεν είμαι αυθεντικός. Δεν είμαι ο Τζιμάκος, αυτός που φαίνομαι εδώ πέρα όταν μου παίρνουν συνέντευξη.

Έτσι λοιπόν το setup που έκανα για να μιλάω σαν να μου παίρνουν συνέντευξη: έβαλα το tablet στην ουσία εκεί που κοιτάζω, στον υποτιθέμενο παραγωγό που μου παίρνει συνέντευξη, ώστε να βλέπω βασικά αν όλα πάνε καλά στην κάμερα και ότι όντως γράφει σωστά. Και ακολούθησα κάποιες τεχνικές και κάποιους κανόνες που ακολουθούνται στα interviews, στα ντοκιμαντέρ. Για παράδειγμα, να με τραβάει πάντα η κάμερα από τη μεριά της σκιάς και ποτέ από τη μεριά που έχω στήσει το φως.

Είχα κιόλας τη σκέψη να βάλω κάποια φωτογραφία ενός οικείου μου προσώπου, ώστε να είναι σαν να μιλάω σε αυτόν. Αλλά προτίμησα να το κάνω λίγο πιο λειτουργικό για μένα. Γιατί το tablet που κοιτάζω όντως λύνει ένα πρόβλημα. Το πρόβλημα που έχω να είμαι σίγουρος ότι γράφει σωστά η κάμερα.

Όπως πάντα, κάτι χάνω και κάτι κερδίζω

Κοιτάζοντας πλάγια από την κάμερα, αντί κατευθείαν στον φακό, με φτάνει πιο κοντά στον απώτερο στόχο που έχω. Αλλά ταυτόχρονα χάνω και κάτι. Χάνω αυτή την αμεσότητα.

Γιατί όταν κοιτάμε την κάμερα, τότε στην ουσία αυτός που μας παρακολουθεί, υποτίθεται, λένε ότι συνδέεται με τον παραγωγό, με τον δημιουργό του βίντεο. Αν εγώ κοιτάζω στα πλάγια και είναι σαν ένα ντοκιμαντέρ που με βλέπει κάποιος άλλος, τότε θα πει: αυτός ο κύριος, αυτός ο Τζιμάκος, δεν μιλάει σε μένα. Μιλάει σε κάποιον άλλον. Λέει την ιστορία του και εγώ απλά ακούω, σαν μια μύγα στον τοίχο, όπως το λένε στο ντοκιμαντέρ. Fly on the wall.

Το οποίο είναι και αυτό που θέλω να πετύχω. Αυτή είναι η αίσθηση που θέλω να έχω αύριο μεθαύριο στα βίντεο που θα φτιάχνω. Είναι και αυτό μια εξάσκηση. Αλλά ταυτόχρονα χάνεται αυτή η σύνδεση. Δηλαδή μπορεί να πετυχαίνω αυτό που θέλω στο μέλλον να πετύχω, αλλά χάνεται αυτή η σύνδεση.

Ταυτόχρονα όμως δεν με πείραξε αυτό. Διότι όταν κοιτάζω τον φακό έχω και ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Το αρνητικό αυτό αποτέλεσμα έχει να κάνει με το ότι όντως ο άλλος που βλέπει το βίντεο καταλαβαίνει ότι μιλάω σε αυτόν. Ότι είναι σαν να προσπαθώ να διδάξω κάτι, σαν να δίνω συμβουλές, ή σαν να λέω ότι αυτό που έκανα είναι το σωστό.

Με αποτέλεσμα, όταν αυτά τα μεγάλα επεισόδια τα κόβω σε shorts, σε TikTok, σε reels, σε πολύ πιο σύντομα βίντεο των 30, 60 ή 120 δευτερολέπτων, ο άλλος που θα το πετύχει αυτό το μικρό βίντεο πιστεύει ότι έχω κάτσει και έχω κάνει αυτό το βίντεο μόνο και μόνο για αυτόν. Γιατί; Γιατί κοιτάζω την κάμερα απευθείας. Κοιτάζω κατευθείαν τον φακό.

Σαν επακόλουθο αυτού είναι να παίρνω αρκετά σχόλια στα οποία ο άλλος, χωρίς να γνωρίζει ποιο είναι το όλο μου σκεπτικό, χωρίς να έχει ακούσει όλο το επεισόδιο των 10, 15, 20 λεπτών, στέκεται σε αυτό το απόσπασμα του ενός λεπτού και βγάζει συμπεράσματα. Και λέει: τι μου λες ρε Τζιμάκο τώρα, μέσα σε αυτό το λεπτό μου είπες αυτό κι αυτό κι αυτό και είναι λάθος. Το οποίο μπορεί εγώ μετά, στο κανονικό επεισόδιο, το πιο μεγάλης διάρκειας, να το αποδομώ. Να πω ότι ξέρεις, αυτό ήταν λάθος που έλεγα. Τελικά κατέληξα ότι είναι κάτι άλλο που θα έπρεπε να κάνω.

Αυτό όμως δεν το ξέρει. Με αποτέλεσμα να δεχτώ πολλά επικριτικά σχόλια, που είναι και δικαιολογημένα κάποια από αυτά, γιατί δεν ξέρουν όλη την εικόνα.

Από τη μία μπορεί να χάνω αυτή την επαφή με αυτόν που με ακούει και με βλέπει. Αλλά ταυτόχρονα ελπίζω — γιατί ακόμα δεν το έχω δει στην πράξη να γίνεται — να μην έχω τόσα πολλά επικριτικά σχόλια. Δεν έχω πρόβλημα με τα επικριτικά και τα αρνητικά σχόλια, έτσι; Γιατί τα άσχημα πράγματα, όταν σου τα τονίζουν, βελτιώνεσαι. Άμα είναι να μου χαϊδεύουν τα αυτιά, δεν πρόκειται να βελτιωθώ ποτέ. Το ωραίο είναι φυσικά να σου τονίζουν τα σφάλματα που μπορεί να κάνεις, γιατί ο ίδιος δεν μπορείς να τα ξέρεις.

Αλλά από την άλλη, αυτές οι συμβουλές που θέλω να παίρνω στα σχόλια θέλω να είναι λίγο πιο δικαιολογημένες. Ώστε να μην πει ο άλλος: «Α, τώρα ο Τζιμάκος μου μιλάει κατευθείαν, μου λέει ένα και ένα κάνουν τρία, και είναι λάθος αυτό.» Θέλω να το αποφύγω όσο γίνεται περισσότερο αυτό. Και νομίζω ότι το να κοιτάζω πλάγια στην κάμερα ίσως λύσει και αυτό το πρόβλημα.

Το podcast που γίνεται talk show

Για μένα το podcast που κάνω στο YouTube θα έλεγα ότι είναι πιο πολύ talk show, όπως έχω πει και σε προηγούμενο βίντεο, παρά ένα βίντεο στο κινητό. Όπως ίσως κάνουν κάποιοι, ή κάποιοι θεωρούν ότι ξέρεις, βάζω το κινητό, βάζω την κάμερα και μιλάω στην κάμερα.

Δεν ήθελα αρχικά να έχω ένα τέτοιο βίντεο. Δηλαδή, όταν ξεκίνησα εξαρχής, δεν σκέφτηκα: α, ναι, θα είναι σαν να μιλάω στον φίλο μου και αυτός που με ακούει από πίσω από την κάμερα είναι ένας υποτιθέμενος φίλος μου. Ήθελα να το κάνω περισσότερο σαν στυλ ντοκιμαντέρ. Σαν να είμαι εδώ να λέω την ιστορία που έζησα, ή αυτά που έμαθα, και πώς άλλαξα μέσα από αυτές τις ιστορίες.

Και το στυλ του ντοκιμαντέρ είναι το καλύτερο στυλ για να ακολουθήσω αυτή την τακτική. Το να μιλάω δίπλα από την κάμερα υπέθεσα ότι είναι ακριβώς αυτό το στυλ που θα έπρεπε στην ουσία να υιοθετήσω στο podcast. Αντί να ακολουθήσω αυτό που κάνουν το 95% των podcast, να κοιτάζουν κατευθείαν την κάμερα.

Το οποίο μπορεί, όταν έχεις τον καλεσμένο, στα περισσότερα podcast να μην κοιτάζεις την κάμερα. Να κοιτάζεις προφανώς τον καλεσμένο, γιατί είναι και αγένεια να κοιτάζεις την κάμερα αντί να κοιτάζεις τον καλεσμένο. Που και πού φυσικά κάποιοι από τους podcasters κοιτάζουν την κάμερα για να έχουν και αυτή την επαφή με το κοινό. Και είναι αυτό που σπάζουν τον τέταρτο τοίχο, όπως το λέμε στο filmmaking. Breaking the fourth wall.

Όταν κοιτάζει ο ηθοποιός, ο παραγωγός, αυτός που είναι μπροστά από τις κάμερες, όταν κοιτάζει προς την κάμερα και στην ουσία πέφτει αυτό το παραπέτασμα και σταματάει πλέον ο θεατής να αισθάνεται ότι είναι η μύγα στον τοίχο που είπα πιο πριν.

Τώρα θέλω να ενσωματώσω πολύ περισσότερο αυτό το στυλ ντοκιμαντέρ και να καταλήξω να είναι το podcast μου σε στυλ ντοκιμαντέρ. Και οποιοσδήποτε το ακούει και οποιοσδήποτε το βλέπει να αισθάνεται ότι βλέπει ένα ντοκιμαντέρ. Αν και δεν θα έχει βέβαια b-roll και τέτοιες σκηνές. Είναι ένα περιεχόμενο που βασίζεται στον ήχο, γιατί στην ουσία εδώ πέρα λέω τις ιστορίες μου και όλα αυτά που θέλω να πω. Και ένα κανονικό ντοκιμαντέρ θα έπρεπε να έχει ωραίες σκηνές, ίσως και κάποια γραφικά και λοιπά. Αλλά προς το παρόν η εξάσκηση που θέλω να κάνω έχει να κάνει με την εξάσκηση του interview.

Και το interview στο ντοκιμαντέρ είναι να κοιτάζεις τον παραγωγό δίπλα από την κάμερα, ανάμεσα στο φως και στην κάμερα. Και δεν είναι να κοιτάς απευθείας στον φακό. Αν και υπάρχει βέβαια η τακτική που βάζουν κάποιον εξοπλισμό μπροστά από τον φακό και ο παραγωγός με καθρέφτες φαίνεται η φάτσα του μπροστά από τον φακό. Και έτσι εγώ που θα με έπαιρνε κάποιος συνέντευξη θα κοιτούσα τον φακό, αλλά στην ουσία θα έβλεπα τον παραγωγό που με παίρνει συνέντευξη.

Σημασία έχει τι λέω, όχι ποιος είμαι

Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι το να μην κοιτάω τον φακό όταν γράφω τα βίντεο δεν ακολουθώ τον πατροπαράδοτο κανόνα. Αλλά οι κανόνες είναι για να σπάνε.

Έτσι, σπάζοντας αυτόν τον κανόνα, ίσως να μην έχω αυτό το retention που λένε. Ίσως να μην μείνει ο ακροατής μέχρι το τέλος. Γιατί λέει: «Α, ξέρεις, ο Τζιμάκος τώρα δεν μιλάει σε μένα. Είναι ένα στυλ ντοκιμαντέρ που εγώ απλά το βλέπω και το ακούω. Δεν συνδέομαι τόσο πολύ με αυτόν. Είναι ίσως πιο εύκολο να κλείσω το βίντεο και να πάω κάπου αλλού.»

Έπειτα μπορεί να σκεφτεί ότι είναι πολύ ξένο αυτό. Ότι δεν τον αισθάνομαι τόσο κοντά. Είναι σαν να μιλάει σε κάποιον άλλον. Είναι τελικά podcast αυτό; Δεν είναι podcast; Τι είναι τελικά αυτό που βλέπω; Ίσως να τον μπερδέψει κιόλας.

Και από την άλλη, το να κοιτάζω στα πλάγια με βγάζει από το σταριλίκι, έτσι; Γιατί πλέον δεν είμαι ο star. Δεν κοιτάζω κατευθείαν την κάμερα και είμαι αυτός που πρέπει να τραβήξω την προσοχή. Το οποίο δεν είναι και τόσο κακό, κατά την άποψή μου, για μένα. Γιατί δεν ήθελα ποτέ να είμαι ο star.

Εκείνο που θέλω να πρωταγωνιστήσει στο περιεχόμενο, και στα βίντεο και στα άρθρα που έγραφα πάντα, ήταν η ιστορία. Ήταν αυτή η εμπειρία που είχα και πιο παλιά, ας πούμε, και σε μορφή κειμένου. Ήθελα να πω αυτά τα πράγματα που είχα ζήσει και είχα μάθει. Δεν ήταν ότι κοιτάξτε ποιος είμαι, είμαι έτσι, είμαι αλλιώς, θαυμάστε με. Καμία σχέση.

Αυτό το στυλ, του να κοιτάζω δίπλα από την κάμερα σαν ντοκιμαντέρ, με βοηθάει εμένα προσωπικά. Αλλά ίσως να μη βοηθήσει κάποιον ο οποίος θέλει να γίνει γνωστός μέσα από την προβολή. Που εδώ τα λέμε: οτιδήποτε και να φτιάχνουμε στο internet, αργά ή γρήγορα, άμα είναι καλό αυτό που φτιάχνουμε, τότε κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει και πιο γνωστό. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη φήμη.

Το πλάνο έγινε πιο ξεκάθαρο

Από δω και πέρα λοιπόν ξέρω κάθε φορά, όταν κάθομαι να γράφω βίντεο, πού ακριβώς θα κοιτάζω. Και αυτό με βοήθησε πολύ στο να σετάρω πιο εύκολα τις κάμερες.

Μέχρι τώρα κάθε φορά δοκίμαζα διάφορα setup. Έβαζα τις κάμερες δεξιά, έβαζα τις κάμερες αριστερά. Τώρα να κοιτάζω προς τα δω, τώρα να κοιτάζω στο να είμαι στο κέντρο, να στηθώ λίγο στα πλάγια και λοιπά.

Εφόσον τώρα αποφάσισα ότι πλέον από δω και πέρα θα τα κάνω τα βίντεο μιλώντας πλάγια από την κάμερα, πλέον έχω ένα fix σημείο στο οποίο τοποθετώ τις δύο κάμερες. Ώστε να έχω και την εναλλαγή των γωνιών, ακριβώς όπως γίνονται στα περισσότερα ντοκιμαντέρ. Αυτό με γλιτώνει προφανώς πολύ χρόνο από το να στήνω διαφορετικά τις κάμερες.

Και αν και φυσικά θα αλλάζω πού και πού το περιβάλλον, δεν θα είμαι πάντα στο ίδιο σημείο να γράφω πάντα τα ίδια μου βίντεο ακριβώς με το ίδιο background. Γιατί στην ουσία θα μπορούσα ας πούμε να κάνω και ένα green screen, μια πράσινη οθόνη από πίσω μου, και να βάλω κατευθείαν το σαλόνι. Και όπου και να είμαι να κάθομαι έτσι και να είμαι fix πάντα ο ίδιος και απλά να αλλάζω ρούχα.

Προφανώς θέλω να αλλάζω όλο το σκηνικό. Αλλά ακόμα και όταν θα το αλλάζω πλέον το σκηνικό, ξέροντας ότι θα κοιτάζω πλάγια στην κάμερα και ότι εκεί που θα κοιτάζω κατά πάσα πιθανότητα θα είναι και το tablet για να ελέγχω τι κάνει η κάμερα, αυτό θεωρώ ότι θα μου επιταχύνει λίγο τη διαδικασία για το στήσιμο του interview, της συνέντευξης.

Μένει βέβαια να αποδειχθεί αυτό και στην πράξη. Αλλά πάντως είμαι πολύ αισιόδοξος. Και κυρίως είμαι αισιόδοξος γιατί επιτέλους, μετά από 130 επεισόδια, σταματάω να κοιτάζω μια στα πλάγια και μια στην κάμερα και αποφάσισα να κοιτάζω μόνο πλάγια. Ακριβώς όπως στο ντοκιμαντέρ.

Ένα βήμα πιο κοντά στο να κάνω ντοκυμαντέρ στα Αγγλικά

Πλέον, μετά από 130 επεισόδια, θεωρώ ότι αυτό είναι ένα ακόμα βήμα που κάνω προς τον απότερό μου στόχο. Που αυτός ο στόχος δεν είναι το ελληνικό podcast. Δεν είναι το ελληνικό περιεχόμενο. Ο απότερός μου στόχος είναι να φτιάχνω ντοκιμαντέρ στα αγγλικά.

Και εφόσον ο στόχος μου είναι να φτιάχνω ντοκιμαντέρ στα αγγλικά, και τα ντοκιμαντέρ βασίζονται κυρίως στη συνέντευξη που έχουν, τότε αυτό που κάνω στο ελληνικό podcast στην ουσία είναι μία εξάσκηση για τα ντοκιμαντέρ που θα ήθελα να φτιάχνω αύριο μεθαύριο, στα οποία θα μιλάω στα αγγλικά.

Και επειδή θα μιλάω στα αγγλικά, και επειδή δεν είμαι τόσο άνετος στο να μιλάω στα αγγλικά ακριβώς όπως μιλάω τώρα, χωρίς teleprompter και χωρίς πρόγραμμα και χωρίς script απ’ έξω στα ελληνικά, θα χρειαστεί να διαβάζω αυτά τα οποία λέω. Το έχω δοκιμάσει στο παρελθόν με teleprompter. Δούλεψε μια χαρά. Αλλά πιστεύω ότι θα είναι ακόμα πιο εύκολο, θεωρώ, να το διαβάζω από ένα tablet.

Όπως μιλάω σε έναν υποτιθέμενο παραγωγό και κοιτάζω το tablet όταν κάνω το ελληνικό podcast, κάπως έτσι θεωρώ ότι θα κάνω και τα interview στα ντοκιμαντέρ στα αγγλικά τότε.

Επειδή από δω και πέρα θα κάνω εξάσκηση σε αυτό το στυλ συνέντευξης, πιστεύω ότι αυτό θα με βοηθήσει αύριο μεθαύριο, όταν θα φτάσω — και ελπίζω κάποτε να φτάσω — να κάνω ντοκιμαντέρ στα αγγλικά. Ώστε να έχω περισσότερο reach. Ώστε να φτάσω σε περισσότερο κόσμο. Ώστε να πω τις ιστορίες που θέλω, όπως θα ήθελα να τις πω. Και όχι απλά να κάθομαι στην κάμερα και να μιλάω στην κάμερα.

Τουλάχιστον πια δεν την κοιτάζω όταν μιλάω.