Η τελευταία φορά που δούλεψα υπάλληλος ήταν το 1998 όταν ήμουν 19 χρονών.
Ήταν και η πρώτη φορά που θα έπαιρνα λεωφορείο για να πάω στη δουλειά, θα είχα συναδέλφους σε ένα γραφείο και κυρίως, προϊσταμένους να μου κάνουν παρατήρηση για το ένα λεπτό παραπάνω που ήμουν στο μπάνιο.
Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσω για τις ιστορίες από την πρώτη μου και τελευταία δουλειά ως υπάλληλος σε ένα τηλεφωνικό κέντρο όπου έδινα πληροφορίες καταλόγου.
Κυρίως όμως θα πω για τα μαθήματα που πήρα στους τρεις μήνες που εργάστηκα σαν τηλεφωνητής και πώς αυτά με έκαναν να δω τη ζωή διαφορετικά, καταλήγοντας να ρισκάρω λίγο παραπάνω και να κάνω δικά μου πράγματα.
Γιατί δε νομίζω να ήμουν εδώ αν παρέμενα υπάλληλος μια ζωή.
Η Ονειρεμένη Καθημερινότητά μου στα 19 μου
Η περίοδος πριν ξεκινήσω τη δουλειά στο τηλεφωνικό κέντρο ήταν μία από τις καλύτερες μου.
Στα 19 μου είχα ήδη δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, είχα περάσει στο ΤΕΙ της Καβάλας και θα έδινα ξανά εξετάσεις προκειμένου να περάσω στο πολυτεχνείο στην Θεσσαλονίκη που ήταν εξαρχής ο στόχος μου.
Έχοντας αποφασίσει να δώσω δύο από τα τέσσερα τότε μαθήματα της πρώτης δέσμης η μόνη δουλειά που είχα για ένα χρόνο ήταν να επικεντρωθώ στην φυσική και την χημεία. Αυτό σήμαινε περίπου τέσσερις με πέντε ώρες την βδομάδα μάθημα σε φροντιστήριο και ίσως άλλες τόσες το πολύ ως homework.
Από κει και πέρα όλες οι υπόλοιπες ώρες της εβδομαδας ήταν αποκλειστικά για μένα.
Οπότε καταλαβαίνουμε ότι είχα πολύ ελεύθερο χρόνο τότε.
Η καθημερινότητά μου εκείνη την περίοδο αποτελούνταν από γυμναστήριο, βιντεοπαιχνίδια και βόλτες με φίλους. Δεν μάθαινα καμιά άλλη ξένη γλώσσα μιας και είχα ήδη πάρει το πτυχίο του proficiency 4 χρόνια νωρίτερα, δεν μάθαινα καμιά τέχνη και σίγουρα δεν εργαζόμουν. Κανονικό ρεμάλι!
Ώρες ώρες με θυμάμαι να αναρωτιέμαι αν ζούσα ένα όνειρο!
Γιατί Αποφάσισα Ξαφνικά να Δουλέψω
Πρέπει να ήταν εκεί γύρω στα Χριστούγεννα όταν ο μπαμπάς μου μου είπε ότι υπήρχε μια προκήρυξη για να προσλάβουν κόσμο στο τηλεφωνικό κέντρο της δουλειάς του.
«Ενδιαφέρεσαι;», με ρώτησε.
Ακόμα και σήμερα δεν ξέρω τι με έκανε να πω ναι.
Μάλλον ήταν ότι πραγματικά αισθανόμουν ότι είχα πολύ ελεύθερο χρόνο και ότι δεν προσέφερα πολλά πράγματα στην οικογένειά μου, όποτε μου φάνηκε σαν μία ευκαιρία να φανώ χρήσιμος. Και έπειτα θα σκέφτηκα ότι τουλάχιστον θα έκανα κάπως περήφανους τους γονείς μου που είχαν ένα γιο, ο οποίος επιτέλους θα δούλευε για πρώτη φορά στη ζωή του.
Δεν ήταν ότι είχα κάποιο οικονομικό κίνητρο. Δεν ήταν ότι χρειαζόμουν χρήματα, αφού τα πάντα μου τα παρείχαν οι γονείς μου.
Ούτε είχα κοντινούς φίλους οι οποίοι δούλευαν εκείνη την περίοδο, ώστε να επηρεαστώ από εκείνους. Ενδεχομένως να το είδα κιόλας σαν μια εμπειρία αφού γνώριζα ότι η απασχόληση μου στο συγκεκριμένο τηλεφωνικό κέντρο δεν θα ήταν περισσότερο από τρεις μήνες.
Οπότε είπα, πήγαινε κι αν δεν σου αρέσει στους τρεις μήνες έτσι κι αλλιώς θα φύγεις.
Κάπως έτσι ξεκίνησα να δουλέψω για πρώτη και όπως αποδείχθηκε, τελευταία φορά ως υπάλληλος κάπου.
Απαντώντας την πρώτη μου κλήση
Οι τρεις πρώτες μέρες στο τηλεφωνικό κέντρο ήταν ημέρες εκπαίδευσης.
Τηλεφωνητές και τηλεφωνήτριες που δούλευαν ήδη εκεί για χρόνια μας εκπαίδευαν για το πως θα χρησιμοποιούσαμε τα μηχανήματα αλλά κυρίως για το πως θα εξυπηρετούσαμε τους πελάτες στο τηλέφωνο. Δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο που έπρεπε να διαβάσουμε ή ένα πρωτόκολλο να ακολουθήσουμε πέρα από κάποιες εισαγωγικές φράσεις που θα χρησιμοποιούσαμε όταν θα απαντούσαμε στην κλήση.
« Γεια σας, πληροφορίες καταλόγου, είμαι η θέση 313, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»
Φυσικά όλα αυτά φαινόταν βουνό για εναν εσωστρεφή τύπο σαν εμένα.