Skip to content
14 λεπτά διάβασμα podcasting

Βρήκα τον τέλειο τρόπο να κάνω podcast μόνος μου

Πώς έκανα ένα όνειρό μου πραγματικότητα βρίσκοντας την ιδανική για μένα μέθοδο να φτιάχνω podcast.

Βρήκα τον τέλειο τρόπο να κάνω podcast μόνος μου

Ο τέλειος τρόπος για να κάνω podcast είναι πρώτα να γράφω το σενάριο ως newsletter κι έπειτα να το διαβάζω ως audiobook.

Έτσι καταλήγω να έχω τρία είδη περιεχομένου στην τιμή του ενός: κείμενο, βίντεο και ήχο.

Όμως τις προάλλες, ένα βράδυ μου ήρθε η έμπνευση και πάτησα record στην κάμερα out of the blue που λένε. Το επεισόδιο εκείνο πήγε πολύ καλύτερα από θέμα απήχησης στον κόσμο αλλά εκείνο που με έβαλε σε σκέψεις ήταν ότι ευχαριστήθηκα περισσότερο όσο μιλούσα στην κάμερα εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να διαβάζω!

Οπότε ποιος από τους δύο τρόπους είναι ο καλύτερος για μένα;

Σήμερα λοιπόν θα πούμε τι πραγματικά με ώθησε να φτιάχνω podcast σαν audiobook και γιατί τελικά θα εφαρμόσω και τους δύο τρόπους!

🎧
Άκουσε την audiobook έκδοση του newsletter στην αγαπημένη σου πλατφόρμα που ακούς τα podcasts σου, ή παρακολούθησέ το στο YouTube!

Μίλησα στην κάμερα πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια

Δεν ήταν η πρώτη φορά που στεκόμουν μπροστά στην κάμερα όταν ξεκίνησα το podcast. Είχα γράψει πολλά βίντεο μέχρι τότε.

Όμως η έννοια του podcasting δεν υπήρχε πριν από 10 χρόνια, ή δεν ήταν τουλάχιστον τόσο διαδεδομένη.

Οπότε αν και δε φοβόμουν να ξεκινήσω να μιλήσω στην κάμερα, φοβόμουν ότι δε θα είχα συνέπεια ως podcaster. Ότι δε θα καταφέρω να βγάζω νέα επεισόδια με ένα σταθερό ρυθμό.

Κι ότι τελικά, ίσως και να τα παρατήσω στο τέλος.

Από τότε που με είδα πρώτη φορά στο YouTube δε μου άρεσε όπως φαινόμουν στην κάμερα. Ακόμα και τώρα που έχω μερικά επεισόδια under my belt, εξακολουθώ να μη μου αρέσει έτσι όπως βγαίνω στο… γυαλί.

Όπως πολλοί, έτσι κι εμένα δε μου αρέσει η φωνή μου.

Δε μου αρέσουν οι γκριμάτσες που κάνω όσο μιλάω. Δε μου αρέσουν ακόμα και οι κινήσεις που κάνω με τα χέρια!

Νομίζω για πολύ καιρό θα έχω αυτές τις ανασφάλειες, ή μέχρι τουλάχιστον να ενσωματώσω στην καθημερινότητά μου τη δημιουργία podcast και να είναι άλλη μια συνήθεια στη ζωή μου.

Όποτε πατούσα record στην κάμερα ένιωθα άβολα. Δεν ξέρω αν φεύγει ποτέ αυτή η αίσθηση.

Έτσι, πολλές φορές ενώ είχα τις ιδέες, κατέληγα να φτιάχνω το περιεχόμενο που ήθελα σε άλλη μορφή. Σε κείμενο. Ως άρθρα στο blog μου. Σαν newsletter.

Σαν οτιδήποτε δε με ανάγκαζε να με φέρω στην άβολη θέση μπροστά στην κάμερα.

Κι έτσι το podcast έμενε συνεχώς εκτός σχεδίου μου.

Τα τελευταία χρόνια όμως έβλεπα ότι το βίντεο θα υπερισχύσει έναντι όλων των άλλων μορφών περιεχομένου. Για αυτό κιόλας πριν 10 χρόνια ξεκίνησα δειλά να κάνω μερικά vlogs και στη συνέχεια ακόμα και μίνι-ντοκυμαντέρ, όσο μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει έτσι, με τις ελάχιστες τότε γνώσεις μου στην κινηματογράφηση.

Επειδή εκείνα τα βίντεο έπαιρναν πολύ χρόνο να φτιαχτούν, ήξερα ότι έπρεπε να βρω έναν πιο εύκολο και κυρίως γρήγορο τρόπο να μεταδίδω τις ιδέες μου. Κι αυτός ο τρόπος έπρεπε οπωσδήποτε να περιέχει τη μορφή βίντεο.

Ήθελα κι άλλη... έκθεση!

Εδώ και τρία χρόνια έχουμε ξεκινήσει ένα εβδομαδιαίο podcast με ένα φίλο που ζει στην Ολλανδία. Μάλιστα εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον δεν έχουμε χάσει εβδομάδα που να μην βγάλουμε επεισόδιο.

Το διασκεδάζουμε, πηγαίνει καλά και μαθαίνουμε πράγματα.

Κάθε Πέμπτη λοιπόν που ανεβάζουμε ένα νέο βίντεο podcast, απολαμβάνω την απήχηση που έχει το επεισόδιο και για τις επόμενες 48 ώρες χαίρομαι να διαβάζω τα σχόλια που συγκεντρώνει.

Όμως μέχρι το επόμενο επεισόδιο ο ενθουσιασμός περνάει. Το hype μειώνεται. Και ήθελα να έχω κι άλλο περιεχόμενο που θα με κάνει να νιώθω σαν… παιδί και πάλι που έφτιαξε κάτι καινούριο.

Σκεφτήκαμε να φτιάχνουμε δύο και τρία επεισόδια μέσα στη βδομάδα. Αποδείχθηκε πολύ δύσκολο, αφού στο μεταξύ πρέπει να δουλέψουμε, να ζήσουμε τις οικογένειές μας και να ταιριάξουν τα ωράριά μας!

Οπότε ήξερα ότι θα έπρεπε να φτιάξω κάτι δικό μου, που θα έτρεχε παράλληλα με το podcast μας.

Δεν ήθελα να φτιάξω κάτι ακόμα σε σκέτο κείμενο, παρόλο που λατρεύω το γράψιμο.

Αυτό ήξερα πώς να το κάνω και το έκανα ήδη. Έχοντας υπό τη διαχείρισή μου αρκετές ιστοσελίδες που στηρίζονται σε κείμενο εδώ και είκοσι χρόνια, ήθελα κάτι διαφορετικό.

Κάτι πιο αντιπροσωπευτικό.

Επίσης, εγώ ο ίδιος απολάμβανα να ακούω podcasts όσο πήγαινα στους καθημερινούς περιπάτους μου. Μου άρεσε να ακούω άλλους ανθρώπους με τις ίδιες ανησυχίες.

«Οπότε γιατί να μη φτιάξω ένα είδος περιεχομένου που αρέσει σε εμένα τον ίδιο να το καταναλώνω;» σκέφτηκα.

Όσο δεν έφτιαχνα podcast ενώ άκουγα audiobooks και podcasts, τόσο απογοητευόμουν από τον εαυτό μου.

«Γιατί δεν το κάνεις κι εσύ;» ρωτούσα τον εαυτό μου.

Δεν μου φαινόταν δύσκολο. Άλλωστε ήδη το έκανα με το φίλο μου από την Ολλανδία. 🤷

Σίγουρα είναι διαφορετικό βέβαια να μιλάς σε κάποιον άλλο, σε σχέση με το να μιλάς μόνος σου σε μια άψυχη κάμερα.

Αλλά και πάλι, ήξερα πώς να το κάνω. Ήξερα ότι δεν είχα παρά να αντιμετωπίσω την κάμερα σαν ένα φίλο. Σαν κάποιον που του μιλάω, ώστε να ακούγομαι «φυσικά».

Τα ήξερα όλα και δεν έκανα τίποτα.

Δεν είχα τελικά παρά να ξεκινήσω!

Γράφοντας το πρώτο μου επεισόδιο

Το 2022 έβγαλα το πρώτο επεισόδιο εντελώς απρόσμενα.

Δεν είχα βρει τίτλο για το podcast μου - θα χρησιμοποιούσα το όνομά μου.

Δεν είχα καν βρει τίτλο για το επεισόδιο. Είχα απλά 3-4 σκέψεις που ήθελα να αναλύσω στο επεισόδιο κι αυτό ήταν.

Αλλά αντί να πατήσω το record όπως κάνουμε με το φίλο στην Ολλανδία, έκατσα κι έγραψα το σενάριο του podcast. Πίστευα ότι αυτό θα με βοηθούσε να μείνω εντός θέματος, να μη πλατιάσω και κυρίως, να με διευκολύνει να μιλήσω στην κάμερα.

Αφού το έγραψα, διαπίστωσα πόσο με διευκόλυνε και στο editing!

Οπότε λοιπόν, με το σενάριο στο teleprompter έκατσα μπροστά στην κάμερα, υπαγόρευσα στην ουσία αυτά που είχα γράψει και μισή ώρα αργότερα είχα το podcast μου στη πιο ωμή μορφή του.

Μια μέρα αργότερα το επεισόδιο ήταν στις πλατφόρμες και στο YouTube!

Μια μικρή επιτυχία που όμως δεν είχε συνέχεια, γιατί πέρασαν 2 χρόνια για να βγάλω το επόμενο επεισόδιο!

Κι αυτό γιατί δεν ήμουν σίγουρος για τη μέθοδό μου. Δεν ήξερα αν θα με βόλευε.

Βασικά δεν ήξερα καν τι ήθελα να πετύχω με το podcast μου.

Εκείνο που ήξερα όμως ήταν ότι ήθελα πραγματικά να ξεκινήσω.

Και εκείνο που κατάφερα τουλάχιστον με το πρώτο εκείνο επεισόδιο ήταν να φτιάξω τουλάχιστον τη σελίδα του ηχητικού μου podcast στο Spotify. Από όπου θα διανεμόταν το podcast μου στις υπόλοιπες πλατφόρμες.

Τουλάχιστον είχα κάνει την αρχή. Είχα μια βάση. Και για τα επόμενα δύο χρόνια θα έκανα overthinking. 🤦

Ήταν η ώρα των δοκιμών

Κάπως έτσι λοιπόν φτάσαμε στο καλοκαίρι του 2025 πέρσι.

Τότε, επειδή δεν άντεχα άλλο την πολλή σκέψη, έστησα τις κάμερες στον κήπο στο Σκύρο και έγραψα δύο επεισόδια, χωρίς σενάριο. Χωρίς ιδιαίτερη δομή, πέρα από κάποιες ερωτήσεις που ζήτησα από την τεχνητή νοημοσύνη να με ρωτήσει προκειμένου να απαντήσω κατά τη διάρκεια του δεύτερου επεισοδίου.

Το πρώτο επεισόδιο εκεί στη Σκύρο ήταν λίγο απ’ όλα πάλι θέλοντας να μοιραστώ δυο, τρεις σκέψεις που είχα εκείνες τις μέρες.

Όταν επιστρέψαμε Θεσσαλονίκη, ήμουν αποφασισμένος να συνεχίσω την προσπάθεια, αλλά αυτή τη φορά με τη βοήθεια του teleprompter. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα είχα την ίδια έμπνευση όσο ήμουνα μέσα σε τέσσερις τοίχους σε αντίθεση με το να βρίσκομαι έξω, στη φύση.

Όμως δεν έμεινα στη λύση του teleprompter.

Από το μέσον των επεισοδίων περίπου και μετά, ξεκίνησα να διαβάζω το newsletter ή το σενάριο του podcast μου με άλλα λόγια, απευθείας από το τάμπλετ, ενώ με έγραφε η κάμερα. Κατά αυτό τον τρόπο ήθελα να είμαι εντελώς αυθεντικός, εντελώς αληθινός και να μην προσπαθήσω να κρύψω ότι αυτά που έλεγα στην κάμερα τα διάβαζα.

Μάλιστα διάλεξα και μια αναπαυτική πολυθρόνα του σαλονιού, προκειμένου να περάσω αυτή τη χαλαρή αίσθηση προς το ακροατήριο.

Όμως και πάλι, δεν ήμουν ευχαριστημένος. Αναζητούσα πάλι την αλλαγή. Κάτι καινούργιο...

Είναι μάλλον στον χαρακτήρα μου να μη μένω σταθερός σε μια απόφαση και να μη φοβάμαι τις αλλαγές.

Έτσι μια μέρα αργά το απόγευμα, έστησα εντελώς αυθόρμητα την κάμερα έξω στο μπαλκόνι και έγραψα το επεισόδιο για το πώς εγκατέλειψα τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο. Εκείνο το επεισόδιο είχα αρκετές σκέψεις και αμφιβολίες για το αν θα έπρεπε να το βγάλω.

Τελικά όμως μάλλον ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις μου, αφού διαπίστωσα πόσο καλύτερα μιλούσα στην κάμερα, ακόμα και χωρίς teleprompter. Ή τουλάχιστον ότι μπορούσα να πω την ιστορία που ήθελα, ικανοποιητικά.

Ακολούθησε ένα ακόμα επεισόδιο, το οποίο πρώτα έγραψα και το διάβασα με teleprompter μπροστά στην κάμερα και από κει και πέρα όλα τα τελευταία επεισόδια μέχρι και το σημερινό, τα είπα κατευθείαν στην κάμερα χωρίς να έχω κάποιο κείμενο να διαβάζω.

Όλες αυτές οι δοκιμές δεν έγιναν τυχαία φυσικά.

Όλα αυτά τα χρόνια που ακούω podcast, έβλεπα τους podcasters που μιλούσαν στις κάμερες και μάθαινα το τι χρησιμοποιεί και το τι βολεύει τον καθέναν.

Μου είχε κάνει εντύπωση όταν έβρισκα podcasters αρκετά επιτυχημένους να παραδέχονται ότι χρησιμοποιούν teleprompter, χωρίς εγώ να το έχω καταλάβει για πολλά επεισόδια.

Το ίδιο συνέβη και με youtubers, όπου πλέον είμαι σίγουρος ότι πάνω από το 90% των δημιουργών στο YouTube χρησιμοποιεί teleprompter.

Έτσι ήξερα ότι η λύση του teleprompter είναι μια αποδεκτή λύση από τη μεγάλη πλειοψηφία των δημιουργών και δεν θα έπρεπε να φοβάμαι να το χρησιμοποιήσω. Από την άλλη όμως, η ανταπόκριση του κοινού όταν δεν διάβαζα στην κάμερα ήταν πολύ καλύτερη.

Έτσι από τη μία είχα να την ευκολία του να έχω έτοιμο το κείμενο να το διαβάσω στην κάμερα και το validation που είχα από τους άλλους youtubers και από την άλλη, την αυθεντικότητα και την ειλικρίνεια να μιλάω μπροστά στην κάμερα απευθείας χωρίς σενάριο και μόνο με bullet points, ξέροντας ότι αυτό προτιμάει περισσότερο το ακροατήριο.

Κάπου εδώ νομίζω ότι η περίοδος των δοκιμών πρέπει να λάβει τέλος.

Μετά από εικοσιπέντε επεισόδια στο podcast, έχω δοκιμάσει και τους δύο τρόπους. Ή μάλλον τρεις τρόπους αν λογαριάσω και τη μέθοδο να μιλάω ενώ διαβάζω από το τάμπλετ.

Δεν έχει πια νόημα να κάνω περισσότερες δοκιμές.

Αντί γι’ αυτές, καλό θα ήταν να επικεντρωθώ σε καλύτερο περιεχόμενο και όχι τόσο στην παρουσίασή του.

Όλες οι μέθοδοι είναι καλές

Όμως χαίρομαι που έκανα αυτές τις δοκιμές. Που δοκίμασα όλους αυτούς τους τρόπους.

Γιατί χάρη σε αυτήν την περίοδο των δοκιμών, μπόρεσα και σύγκρινα τις μεθόδους μεταξύ τους και είχα και τις στιγμές όπου είπα:

Ναι, αυτό είναι! Μπράβο ρε Δημητράκη! Έτσι! Πάμε γερά!

Το θέμα είναι ότι αυτό το είπα και με τις τρεις μεθόδους. 🤯

Όταν έβγαζα τα επεισόδια με teleprompter μάνι-μάνι, χαιρόμουν πάρα πολύ που δεν θα σπαταλούσα περισσότερο χρόνο για να γράψω στην κάμερα.

Όταν από την άλλη, έκατσα στην πολυθρόνα αναπαυτικά να διαβάσω το newsletter, πάλι βρήκα κάτι που μου ταίριαζε.

Και τέλος εκεί στο μπαλκόνι, όταν έγραψα την ιστορία μου όπως ακριβώς τη φανταζόμουν στο κεφάλι μου, πάλι είχα ενθουσιαστεί. Πάλι πίστευα ότι βρήκα αυτό που μου ταιριάζει μόνο και μόνο για να επιστρέψω ξανά στο teleprompter, στο αμέσως επόμενο επεισόδιο. 🙄

Ανακάλυψα λοιπόν ότι μ’ αρέσουν και οι δύο τρόποι.

Ο πρώτος πρώτα να γράφω το newsletter και ύστερα να το διαβάζω στην κάμερα κι ο δεύτερος, πρώτα να γράφω στην κάμερα και ύστερα να το μετατρέπω σε newsletter με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης.

Και οι δύο τρόποι έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους ο καθένας.

Εκεί που υπερέχει ο ένας μπορεί να υστερεί ο άλλος.

Ενώ με τον έναν τρόπο εκμεταλλεύομαι ένα strength μου ο άλλος τρόπος εξαλείφει μια αδυναμία μου.

Γιατί όχι λοιπόν να μην υιοθετήσω και τους δύο τρόπους και να συνεχίσω εφαρμόζοντας τους κατά περίπτωση; 🤨

Το βασικό είναι τι με κάνει χαρούμενο

Έτσι λοιπόν, όταν αποφασίζω να κάνω ένα επεισόδιο κατευθείαν στην κάμερα, πρώτα απ’ όλα σκέφτομαι τον τίτλο.